Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Άγγελοι στην ανέχεια.

Δεν ξέρω πως να αρχίσω να διηγούμαι την συγκεκριμένη ιστορία. Έχω ένα βάρος στο στήθος και στο μυαλό μου τριγυρίζει συνεχώς η εικόνα αυτής της κοπέλας.
Ας το πάρω από την αρχή.
Ξεκίνησα σήμερα το πρωί και πήγα σε ένα κοντινό super market, από μεγάλη αλυσίδα,
για να αγοράσω κάποια βασικά καθημερινά τρόφιμα και αγαθά (γάλα, μποτιλάκι για το καμινέτο, μέλι, και 2-3 ακόμη).
Πήγα με το αυτοκίνητο γιατί ήθελα πρώτα να διεκπεραιώσω μία ακόμη εργασία.
Αφού ψώνισα στο super market τα παραπάνω βγαίνοντας από αυτό η άκρη του ματιού μου έπεσε σε μια κοπέλα γύρω στα 30 που περίμενε από έξω σε μια απόσταση περίπου 3-4 μέτρων από την είσοδο.
Φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον.Στο λίγο που την πήρε το μάτι μου είδα ότι ήταν ντυμένη με καθημερινά ρούχα και φορούσε στον λαιμό κασκόλ μιας και η θερμοκρασία σήμερα στην Θεσσαλονίκη ήταν γύρω στους μηδέν βαθμούς.
Ξέρεις ήταν από τις φορές που μια αστραπιαία εικόνα σου δημιουργεί μία ολόκληρη σκέψη-ιστορία που διαρκεί το πολύ ένα δευτερόλεπτο η και κλάσματα αυτού. Έτσι και σε εμένα εκείνη την στιγμή στο μυαλό μου πέρασε ότι η συγκεκριμένη κοπέλα περίμενε κάποιον (ενδεχομένως τον σύζυγο της που στάθμευε το αυτοκίνητο του) για να μπούνε μαζί στο κατάστημα.
Και εκεί δέχθηκα την ροπαλιά στο στήθος.
Χωρίς να απευθύνετε σε εμένα η σε κάποιον άλλον που έβγαινε από το κατάστημα και χωρίς να κάνει κάποια κίνηση με τα χέρια της, την άκουσα να λέει: Σας παρακαλώ είμαι άνεργη, χωρισμένη με 3 παιδιά δώστε μου κάτι.
ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΑ!!!
Τα βήματα μου έως και το αυτοκίνητο τα έκανα ασυναίσθητα αφού δεν μπορούσα να συνέλθω από αυτό που άκουσα. Σε 3-4 λεπτά ήμουν στο σπίτι και σε όλη την διαδρομή την είχα στο μυαλό μου και καταριόμουνα τον εαυτό μου.
Δεν ζητούσε χρήματα. Ήταν έξω από κατάστημα τροφίμων και έλεγε δώστε μου κάτι.
Μόλις μπήκα στο σπίτι, συγκλονισμένος ακόμη, το είπα κατευθείαν στην γυναίκα μου και συχτηρούσα τον εαυτό μου που δεν την έδωσα το γάλα και το βαζάκι με το μέλι που μόλις αγόρασα.
Ήταν ένας καθημερινός άνθρωπος 30χρόνων της έλεγα  και τις ξανάλεγα.
Η σύζυγος μου μου απάντησε: Tι περιμένεις; πήγαινε πίσω, αγόρασε κάποια βασικά πράγματα που μπορεί να μην στοιχίζουν πολλά χρήματα αλλά γι αυτήν την κοπέλα είναι πολύτιμα και δώστης τα.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα ξαναπήρα το αυτοκίνητο και ξεκίνησα να πάω πίσω.
Στον δρόμο σκεφτόμουν ότι κάποια βασικά όπως αυγά, γάλα, όσπρια, μακαρόνια θα μου στοίχιζαν λίγα ευρώ αλλά γι αυτήν θα ήταν μια περιουσία. Εμένα αυτά τα ευρώ σίγουρα δεν μου περισσεύουν αλλά δεν θα περιέλθω στην εξαθλίωση εάν δεν τα έχω στο πορτοφόλι μου. Σκέψεις όπως ότι θα μπορούσα, στην εποχή που ζούμε, να ήμουν εγώ στην δική της δεινή θέση μπλεκόταν με την εικόνα τις απόλυτης φτώχειας, του σπιτιού με τα 3 παιδάκια και την κουζίνα με την άδεια κατσαρόλα και τα άδεια ντουλάπια.
Έφτασα ξανά στο σημείο που δέχθηκα το ''χαστούκι'' αλλά δεν ήταν εκεί η κοπέλα.
Είχε φύγει από ντροπή;
Είχε φύγει άπραγη και απογοητευμένη;
Βρέθηκε κάποιος άλλος με καλύτερα αντανακλαστικά από εμένα και έκανε αυτό που εγώ το καθυστέρησα για 15 λεπτά;
Ελπίζω το τελευταίο.
Ελπίζω σήμερα το μεσημέρι εκείνο το σπίτι να έχει φαγητό.
Ελπίζω να γύρισε στα παιδάκια της χαμογελώντας και αυτά να μην κατάλαβαν ότι σήμερα μπορεί να ήταν μια δύσκολη ημέρα.
ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝΕ ΡΕΕΕΕΕΕΕ!!!!!
ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ;
ΑΙ ΣΙΧΤΙΡ σε όλους όσους μας πηγαίνετε σε αυτόν τον δρόμο. Τον δρόμο της ανέχειας τριών μικρών αγγέλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου